- ξενάγησις
- ξεν-άγησις, ἡ, das Herumführen der Fremden; ξενάγησις υἱῶν das Anwerben oder Wegnehmen der Söhne zu Soldaten
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ξεναγήσει — ξενάγησις conscriptio fem nom/voc/acc dual (attic epic) ξεναγήσεϊ , ξενάγησις conscriptio fem dat sg (epic) ξενάγησις conscriptio fem dat sg (attic ionic) ξενᾱγήσει , ξεναγέω to be a leader of mercenaries aor subj act 3rd sg (epic) ξενᾱγήσει ,… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ξεναγήσεις — ξενάγησις conscriptio fem nom/voc pl (attic epic) ξενάγησις conscriptio fem nom/acc pl (attic) ξενᾱγήσεις , ξεναγέω to be a leader of mercenaries aor subj act 2nd sg (epic) ξενᾱγήσεις , ξεναγέω to be a leader of mercenaries fut ind act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ξενάγηση — η (Α ξενάγησις) [ξεναγώ] νεοελλ. η περιήγηση και η κατατόπιση ξένων επισκεπτών στα αξιοθέατα ενός τόπου ή ενός χώρου αρχ. η στρατολόγηση ξένων μισθοφόρων … Dictionary of Greek
ξεναγήσεως — ξεναγήσεω̆ς , ξενάγησις conscriptio fem gen sg (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)